Η οικογένεια Βιττόρι – Καποδίστρια είναι μια από τις παλαιότερες οικογένειες της Κέρκυρας, που συμμετείχε στο Μεγάλο Συμβούλιο της πόλης ήδη από το 1477. Μάλιστα, το 1689 απονέμεται από τον Ηγεμόνα της Σαβοΐας ο τίτλος του Κόμη στον Βιάρο Καποδίστρια του Βίκτωρα, και στους απογόνους του, τίτλος που αναγνωρίστηκε αργότερα από τη Βενετία και το Ιόνιο Κράτος. Λέγεται πως η οικογένεια Καποδίστρια έφτασε στην Κέρκυρα στα τέλη του 14ου αιώνα από την πόλη Κάπο ντ’ Ίστρια, στη σημερινή Σλοβενία. Αν και το οικογενειακό τους όνομα ήταν Βιττόρι, σύντομα επικράτησε το επίθετο που προσδιόριζε την καταγωγή τους: Καποδίστρια. Στη μακρά περίοδο της Βενετοκρατίας, κατά την οποία η Κέρκυρα παρουσιάζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με άλλες δυτικοευρωπαϊκές πόλεις, οι Καποδίστρια έχουν σημαντική παρουσία στα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα του νησιού, αλλά στις στρατιωτικές υπηρεσίες. Ο πατέρας του Ιωάννη, Αντώνιος Μαρία Καποδίστριας (1741-1821), έγκριτος νομικός, πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή του τόπου. Ως εκπρόσωπος του νησιού στην Υψηλή Πύλη, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την ίδρυση της Επτανήσου Πολιτείας. Απεβίωσε το1819 στην Κέρκυρα. Ήταν παντρεμένος με την Διαμαντίνα Γονέμη, κόρη αριστοκρατικής οικογένειας, και είχε τέσσερα παιδιά, τον Βιάρο, τον Ιωάννη, τον Αυγουστίνο και τον Γεώργιο. Ο μοναδικός που παντρεύτηκε ήταν ο Γεώργιος του οποίου απόγονοι ήταν η Μαρία Καποδίστρια, δισέγγονή του, η οποία δώρισε και την έπαυλη της οικογενείας στη θέση Κουκουρίτσα προκειμένου να γίνει Μουσείο στο όνομα του Ιωάννη Καποδίστρια. (…)
Ο Ιωάννης Καποδίστριας , ο δεύτερος γιος του Αντωνίου – Μαρία, είναι μία από τις αγαπημένες μου μορφές της ελληνικής επαναστατικής περιόδου. Ασφαλώς, δεν του άξιζε ο θάνατος που του επιφύλασσε η ζωή. Δολοφονήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, ένα κυριακάτικο πρωινό, έξω από την εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο (την τότε πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους) όπου είχε πάει για να παρακολουθήσει την κυριακάτικη λειτουργία. Η πολιτική ιστορία του Ελληνικού κράτους άρχιζε με μία πολιτική δολοφονία, τη δολοφονία του πρώτου του κυβερνήτη.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, καταγόμενος από οικογένεια ευγενών της Κέρκυρας, υπήρξε πολιτικός και διπλωμάτης με καριέρα ευρωπαϊκής ακτινοβολίας. Υπηρέτησε την αυτόνομη Ιόνιο Πολιτεία (1800-1807) και κατόπιν εντάχθηκε στο Ρωσικό διπλωματικό σώμα (1809-1822) όπου έφθασε στη θέση του Γραμματέα των Εξωτερικών (δηλαδή του Υπουργού) και έγινε έμπιστος του Τσάρου. Αποχωρώντας από τη Ρωσική πολιτική, έζησε για ένα διάστημα στην Ευρώπη όπου συνέταξε το ομοσπονδιακό σύνταγμα της Ελβετίας (η ομοσπονδιακή οργάνωση της Ελβετίας σε καντόνια, που εισηγήθηκε ο Καποδίστριας, ισχύει έως σήμερα).
Το 1827 εκλέχθηκε Κυβερνήτης της Ελλάδος από την Τρίτη Επαναστατική Εθνική Συνέλευση, που διεξήχθη στην Τροιζήνα. Αγωνίστηκε για τη διεθνή αναγνώριση του Ελληνικού κράτους και τον καθορισμό των Ελληνικών συνόρων (πρωτόκολλα του Λονδίνου, 1830), ενώ στο εσωτερικό προσπάθησε να συγκροτήσει σε οργανωμένο κράτος μία περιοχή με δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συμβολή του στην οργάνωση της οικονομίας, παιδείας, δικαιοσύνης, κοινωνικής πρόνοιας, ασφάλειας και άλλων κρατικών και κοινωνικών τομέων υπήρξε αναμφισβήτητα πολύ σημαντική.
Ωστόσο, τα μέτρα, που επιχείρησε να λάβει και να εφαρμόσει για να δημιουργήσει μία οργανωμένη πολιτεία με νόμους και κανόνες, συνάντησαν τις αντιστάσεις και την αντίδραση ομάδων και φατριών του πληθυσμού του Ελληνικού κράτους, κυρίως όσων είχαν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο συμμετοχή στον επαναστατικό αγώνα και προσδοκούσαν να προστατέψουν, να διατηρήσουν, να εξασφαλίσουν, να εδραιώσουν ή και να αυξήσουν συμφέροντα και προνόμια στις νέες πολιτικές συνθήκες.
Η επιθετική αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια ήταν πολυπρόσωπη, οξύτατη και πολυεπίπεδη. Με τον Μιαούλη εναντίον του, με τις συνωμοτικές συγκεντρώσεις των προεστών στην Ύδρα, με την εμπρηστική αρθρογραφία των Πολυζωΐδη και Θεοκλήτου Φαρμακίδη εις την εφημερίδα «Απόλλων» με τους φλογερούς στίχους του ποιητ
